γάρος

γάρος [ᾰ], , a kind of
A sauce or paste, made of brine and small fish,

τὸν ἰχθύων γ. A.Fr.211

;

ταριχηρὸς γ. S.Fr.606

, cf. Cratin.280, Pherecr.173, Pl.Com.198, Alciphr.1.18; of the fish itself, Ruf. Podagr.10 (Lat. version):—also [full] γάρον, τό, Str.3.4.6, and [full] γάρος, ους, τό, POxy.937.27 (iii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γάρος — sauce masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάρος — ο (AM γάρος, ο, Μ και γάρος, το) 1. η άλμη, η σαλαμούρα μέσα στην οποία διατηρούνται ελιές, ψάρια, λαχανικά κ.λπ. 2. σάλτσα που γίνεται με μικρά ψάρια και αλάτι ή με αλατισμένα εντόσθια ψαριών, λάδι και λεμόνι νεοελλ. 1. φρ. «ο γάρος είναι τού… …   Dictionary of Greek

  • γάρος — ο η άρμη, η σαλαμούρα: Το τυρί χάλασε γιατί δεν το βάλαμε σε γάρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γάρους — γάρος sauce masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαριάζω — και γαρίζω (Μ γαρίζω) 1. λερώνω, λιγδιάζω («τό γάριασες το πουκάμισο») 2. (αμτβ., για ενδύματα κυρίως λευκά) παίρνω χρώμα κιτρινωπό από το κακό πλύσιμο, γανιάζω 3. μελανιάζω απ το κλάμα, γανιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γαριάζω < γάρος ή < γαριά και… …   Dictionary of Greek

  • γάρω — γάρον sauce neut nom/voc/acc dual γάρον sauce neut gen sg (doric aeolic) γάρος sauce masc nom/voc/acc dual γάρος sauce masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαράτος — η, ο [γάρος] (για ψάρια και τουρσιά) αυτός που διατηρείται μέσα σε γάρο, σε άρμη …   Dictionary of Greek

  • γαρέλαιον — γαρέλαιον, το (Α) αλοιφή φτιαγμένη από γάρο και λάδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < γάρος + έλαιον] …   Dictionary of Greek

  • γαριά — η [γάρος] η λίγδα, η βρομιά στα ρούχα …   Dictionary of Greek

  • οξύγαρον — ὀξύγαρον και ὀξόγαρον, τὸ (Α) άρτυμα από ξίδι και γάρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄξος «ξίδι» + γάρος «άλμη»] …   Dictionary of Greek

  • πεπερόγαρον — τὸ, Μ γάρος με πιπέρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πέπερι + γάρον «άλμη, σαλαμούρα»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.